Με αφορμή τα γεγονότα του Δεκέμβρη γράφτηκαν πολλά: Για τους μαθητές και φοιτητές που βγήκαν στους δρόμους λόγω (?) της κατάστασης της παιδείας, για τη γενιά των 50+ (σιχαίνομαι να τους λέω γενιά του Πολυτεχνείου – πόσοι απ’ αυτούς ήταν εκεί?), για την οικονομική κατάσταση, για την βία της εξουσίας και της αστυνομίας κλπ. Διάβασα πολλές αξιόλογες απόψεις, αλλά και πολλά «άκυρα». Όπως και να ‘χει τα «Δεκεμβριανά» ήταν αφορμή για κουβέντα, και αυτό μόνο καλό μπορεί να κάνει…

Θέλω να αναφερθώ στη δικιά μου γενιά. Την γενιά των «πάνω κάτω» 30.

Είμαστε η γενιά που ενώ βιώνουμε την άσχημη οικονομική κατάσταση, την ανεργία, τους πενιχρούς μισθούς, δεν ήμασταν οι μπροστάρηδες των εξεγέρσεων.

Είμαστε η γενιά που σπουδάσαμε περισσότερο από κάθε άλλη και αμειβόμαστε τραγικά λιγότερο από αυτούς που διαδεχόμαστε, οι οποίοι είναι – ας το διατυπώσω επιεικώς – υποδεέστεροι.

Είμαστε η γενιά που μεγάλωσε ήρεμα, σχετικά άνετα μεν, μέσα στη πίεση των φροντιστηρίων, της επιτυχίας των γονέων μας μέσα από εμάς δε…

Είμαστε η γενιά που σπούδασε χωρίς να χρειαστεί να δουλέψει, γιατί ο μπαμπάς τα είχε και τα έσκαγε για να δει το γιόκα του επιστήμονα. Αυτό που δε κατάφερε αυτός, αλλά σαν coach πια το ζει..

Είμαστε η γενιά που ως φοιτητές τη βγάζαμε με τα φράγκα που τώρα παίρνουμε δουλεύοντας. Το χαρτζιλίκι μας τότε, ο μισθός μας τώρα…

Είμαστε η γενιά που ζεί με τη μαμά και το μπαμπά μέχρι να παντρευτεί! Αλήθεια, τόσο προοδευτικοί και ανεξάρτητοι είμαστε;

Είμαστε η γενιά που ενώ ζει στο πατρικό, θα αγοράσει την αμαξάρα, θα πάει στα μπουζουκομάγαζα, θα βιώσει την νεόπλουτη χλίδα. Αλλά θα γυρίσει στη μαμά για να φάει και να κοιμηθεί.

Είμαστε η γενιά που δεν παντρεύεται πλέον στα 20 κάτι, αλλά στα 30 φεύγα και βάλε. Και αυτό μόνο και εφόσον τα οικονομικά του έτερου είναι τουλάχιστον ισάξια. Για ρίσκα είμαστε τώρα?… Ο έρωτας περνάει από τη τράπεζα!

Είμαστε η γενιά που αν και χορτασμένη από σχέσεις, αγάπες, σεξ, δε ρισκάρει να δεσμευτεί εύκολα. Η μαμά μαγειρεύει καλύτερα άλλωστε…

Είμαστε η γενιά που επιβιώνει τρώγοντας από τις περιουσίες που έφτιαξαν οι γονείς μας. Αυτό μας κρατάει μουγκούς. Γι’ αυτό δε βγαίνουμε στους δρόμους, δεν αντιδρούμε. Κατά βάθος είμαστε βολεμένοι, έστω και έτσι, διαστροφικά.

Άραγε τα δικά μας παιδιά θα μπορούν να παραμένουν μουγκά; Χλωμό το βλέπω. Και τότε κύριοι θα έρθει το τέλος του μπουρδέλου το οποίο εδώ και χρόνια βιώνουμε.